samaria-agrimisamaria-agrimia

Ιδιαιτέρως πλούσια είναι η πανίδα που φιλοξενείται στα όρια του Εθνικού Δρυμού Σαμαριάς.

Αναφέρονται χαρακτηριστικά, 32 είδη θηλαστικών, με μοναδικό ενδημικό είδος την Κρητική Μυγαλή, 3 είδη αμφιβίων, 11 είδη ερπετών, και 200 περίπου είδη ορνιθοπανίδας. Χαρακτηριστικά είδη είναι:

• Ο κρητικός αίγαγρος (Capra aegagrus cretica), το μεγαλύτερο θηλαστικό του νησιού, το οποίο ανήκει στην τάξη των αρτιοδακτύλων ζώων. Πρόκειται για το είδος εκείνο που χαρακτηρίζει το φαράγγι της Σαμαριάς και τα Λευκά Όρη γενικότερα, και για την προστασία του οποίου έγινε ουσιαστικά και η ανακήρυξη της περιοχής σε Εθνικό Δρυμό. Εκτός αυτού όμως, αποτελεί και είδος-σύμβολο, όχι μόνο των Λευκών Ορέων αλλά και της Κρήτης γενικότερα, ενώ έχει συσχετισθεί ισχυρά με την προσωπικότητα και ιδιοσυγκρασία των Κρητικών.

Είναι ένα κατεξοχήν είδος των ορεινών περιοχών με βιότοπους μεγάλου εύρους που περιλαμβάνουν από ξηρά βουνά έως και αλπικές περιοχές, γενικά βραχώδεις θέσεις με φρυγανώδη βλάστηση κοντά σε κωνοφόρα δάση. Χαρακτηριστικό της οικολογίας του είδους είναι η προτίμηση του σε περιοχές με κλίσεις μεγαλύτερες από 30%.

Σύμφωνα με πρόσφατες γενετικές αναλύσεις σε ιστούς ζωντανών και νεκρών ζώων και σύγκριση με αντίστοιχους ιστούς αιγοπροβάτων κατέδειξαν ότι το αγρίμι δεν αποτελεί υποείδος του αιγάγρου της Μέσης Ανατολής, ενώ συγγενεύει στενά με τα άγρια κατσίκια που μεταφέρθηκαν στον νησί από τον πρώτο άνθρωπο κατά την Νεολιθική περίοδο.
Σήμερα, ο πληθυσμός του κρητικού αιγάγρου έχει περιοριστεί αποκλειστικά στην περιοχή των Λευκών Ορέων ενώ πληθυσμοί του διατηρούνται στα νησιά Θοδωρού, Μονή, Σαπιέτζα, Άγιοι Πάντες και Αταλαντονήσι.

• Η κρητική μυγαλή (Crocidura zimmermanni), ένα σπάνιο και ελάχιστα μελετημένο είδος το οποίο διαβιώνει σε υψόμετρα μεγαλύτερα από 1150 μέτρα αν και ενδέχεται να βρεθεί και σε χαμηλότερα υψόμετρα. Είναι το μοναδικό ενδημικό θηλαστικό της Ελλάδας.

• Ο αγριόγατος  (Felis sylvestris cretensis), ένα είδος αγριόγατας που δύσκολα συναντάται και το όνομα του οποίου περιβάλλεται από μυστήριο. Μέχρι το 1996 θεωρείτο εξαφανισμένο είδος ώσπου επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Perugia σε συνεργασία με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, κατόρθωσαν να συλλάβουν ένα ζωντανό άτομο. Φέρει χαρακτηριστικούς σκουρόχρωμους δακτυλίους στην ουρά και είναι σημαντικά μεγαλύτερο σε μέγεθος από την κοινή γάτα. Προστατεύεται επίσης από την Σύμβαση της Washington (CITES) για το διεθνές εμπόριο ειδών που απειλούνται με εξαφάνιση.

• Ο Αγκαθοποντικός (Acomys minοus), είδος του οποίου οι μοναδικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί βρίσκονται στην Κρήτη.

• Ο γυπαετός (ή κοκκαλάς) Gypaetus barbatus, ένα από τα σπανιότερα πουλιά της Ευρώπης, είδος γύπα με άνοιγμα φτερών περί τα 2,80 μέτρα. Φέρει στο στήθος και την κοιλιά χαρακτηριστικό βαθύ πορτοκαλί χρώμα που αποκτά με την τριβή του σε ασβεστολιθικά πετρώματα που φέρουν οξείδια του σιδήρου. Σε περιοχές που στερούνται πετρωμάτων με οξείδια του σιδήρου, το στήθος και κοιλιά του γυπαετού είναι λευκά. Είναι το μοναδικό είδος παγκοσμίως που τρέφεται σχεδόν αποκλειστικά με κόκκαλα, τα οποία ρίχνει από μεγάλο υψόμετρο για να σπάσουν σε μικρότερα κομμάτια, ακολουθώντας την πορεία τους σε σπειροειδή πτήση.Εν συνεχεία τα καταπίνει και τα αποδομεί μέσω των ισχυρότατων γαστρικών υγρών που διαθέτει. Πρόκειται για είδος που προτιμά περιοχές μεγάλου υψομέτρου, με το θηλυκό να γεννά δύο αυγά τα οποία επωάζονται για 55-57 ημέρες. Ο γυπαετός σήμερα επιβιώνει μόνο στην Κρήτη, ενώ τα Λευκά Όρη έχουν την τιμή να φιλοξενούν 2 από τα 3 αναπαραγωγικά είδη του ελληνικού πληθυσμού.

• Το όρνιο ή κανναβός Gyps fulvus, το πιο κοινό είδος γύπα, ένα μεγάλο και βαρύ αρπακτικό με άνοιγμα φτερών περί τα 2,60 μέτρα. Φέρει γυμνό κεφάλι με κολάρο από λογχοειδή κοντά φτερά στην βάση του λαιμού. Η πτήση του διακρίνεται σε μεγάλους και αργούς κύκλους, εκμεταλλευόμενο τα θερμά ανοδικά ρεύματα. Στη Ελλάδα υπολογίζεται ότι διαβιώνουν περίπου 400 ζευγάρια. Τρέφεται με νεκρά ζώα (πτωματοφάγο).

• Η αράχνη Macrothele cretica, ενδημικό είδος της περιοχής και ένα από τα ελάχιστα ασπόνδυλα ζώα που προστατεύονται από παγκοσμίως από την IUCN.

Δείτε τον κατάλογο της Ε.Π.Μ.